Ανοικτές άδειες

Με τον όρο αυτό αναφερόμαστε στο σύνολο των αδειών χρήσης περιεχομένου, λογισμικού ή δεδομένων οι οποίες επιτρέπουν τη χρήση του αδειοδοτικού περιεχομένου με τους ελάχιστους δυνατούς περιορισμούς. Στη συνέχεια παρουσιάζεται:

  • μια ιστορική αναδρομή της εμφάνισης και λειτουργίας αυτών
  • οι βασικές αρχές των αδειών ελεύθερου λογισμικού/ λογισμικού ανοικτού κώδικα
  • οι βασικές άδειες ανοιχτού λογισμικού
  • οι βασικές άδειες ανοιχτού περιεχομένου

 

Ιστορικό πλαίσιο

Το πλέον κατάλληλο σημείο για να κατανοήσουμε την ιστορία του ανοιχτού λογισμικού είναι αυτή της ιστορίας του ίδιου του λογισμικού, και μάλιστα αυτή των λειτουργικών συστημάτων και της πνευματικής ιδιοκτησίας πάνω σε αυτά.

Πίσω στις δεκαετίες του ΄60 και ΄70, όταν το λογισμικό (software) παραγόταν κυρίως από τις εταιρείες που παρήγαγαν και το υλισμικό (hardware) πάνω στο οποίο λειτουργούσε το λογισμικό, η έννοια του ανοιχτού ή κλειστού λογισμικού δεν είχε ιδιαίτερη σημασία. Και αυτό γιατί ούτε η διαφοροποίηση ανάμεσα σε παραγωγούς και χρήστες λογισμικού ήταν τόσο ξεκάθαρη όσο είναι σήμερα, ούτε η χρήση της πνευματικής ιδιοκτησίας, ως του πλέον πρόσφορου νομικού εργαλείου για την κατοχύρωση και προστασία των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών, ήταν κάτι νομικά αποκρυσταλλωμένο (Ceruzzi, 1991). Αξίζει να δούμε καθένα από τα παραπάνω σημεία αναλυτικά.

Η παραγωγή του λογισμικού από τις ίδιες τις εταιρείες ή τους κρατικούς ερευνητικούς οργανισμούς, που παρήγαγαν το υλισμικό πάνω στο οποίο έτρεχε το λογισμικό, είχε ως συνέπεια να μην έχει ιδιαίτερη σημασία ο νομικός περιορισμός της πρόσβασης στον πηγαίο κώδικα του λογισμικού: Η πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα ήταν απαραίτητη προκειμένου να μπορεί να βελτιωθεί ή ακόμη και να λειτουργήσει το ίδιο το λογισμικό. Για τον ίδιο λόγο, η διαφοροποίηση ανάμεσα σε προγραμματιστές και χρήστες του λογισμικού ήταν σχετικά περιορισμένη: Όσο το λογισμικό παρέμενε ένα αυστηρά εξειδικευμένο αντικείμενο, που προκειμένου να λειτουργήσει είχε την ανάγκη εξειδικευμένων επιστημόνων–προγραμματιστών, δεν είχε νόημα να υπάρχει διανομή του χωρίς πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα.

Αντίστοιχα, η προστασία του πηγαίου κώδικα με νομικά εργαλεία εκείνη την εποχή δεν είχε ιδιαίτερο νόημα, πέραν της προστασίας της τεχνογνωσίας που οι ειδικοί επιστήμονες αποκτούσαν μέσα από συμφωνίες εμπιστευτικότητας και μη αποκάλυψης των σχετικών πληροφοριών. Δεν είναι τυχαίο ότι η συζήτηση σε σχέση με το πλέον πρόσφορο νομικό σύστημα για την προστασία των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών, εμφανίζεται σε όλη τη δεκαετία του 1970 και τελικά καταλήγει στα τέλη της δεκαετίας του 1980 με την επιλογή του συστήματος προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας ως του πλέον πρόσφορου συστήματος για τη νομική προστασία των προγραμμάτων Η/Υ. Τότε είναι που οι συνθήκες της παραγωγής και διάχυσης των προϊόντων λογισμικού έχουν αλλάξει ριζικά, οπότε η πνευματική ιδιοκτησία προκρίνεται ως το πλέον κατάλληλο εργαλείο για την προστασία των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών (Samuelson, 2003/1993).

Αυτό που συμβαίνει από το τέλος της δεκαετίας του 1970 και μετά, είναι ότι με τους μικρο-υπολογιστές, αρχικά, και την έλευση του προσωπικού υπολογιστή στη συνέχεια, ο υπολογιστής παύει να βρίσκεται μόνο μέσα σε εξειδικευμένα περιβάλλοντα, όπου ο χρήστης και ο προγραμματιστής είναι το ίδιο πρόσωπο, και ο παραγωγός του υλισμικού και λογισμικού η ίδια εταιρεία ή οργανισμός. Το αποτέλεσμα της διαφοροποίησης ανάμεσα σε προγραμματιστή και χρήστη, καθώς και της δυνατότητας εταιρειών λογισμικού να ανταγωνίζονται μεταξύ τους για την πώληση προϊόντων λογισμικού που τρέχουν πάνω στην ίδια πλατφόρμα ή λειτουργικό σύστημα, είναι ότι γεννιέται η ανάγκη για καλύτερη, αποτελεσματικότερη και απλούστερη προστασία των περιουσιακών τους δικαιωμάτων.

Οι εξελίξεις της δεκαετίας του 1980 στον τομέα της ανάπτυξης του λογισμικού οδηγούν σε δύο φαινόμενα που βρίσκονται στη βάση της διαφοροποίησης ανάμεσα σε ανοιχτό και κλειστό λογισμικό. Πρώτον, το λογισμικό διανέμεται, πλέον, χωρίς τον πηγαίο του κώδικα. Αυτό δε δημιουργεί ιδιαίτερα προβλήματα, καθώς τόσο το επιχειρησιακό όσο και το επιχειρηματικό μοντέλο παραγωγής και διάθεσης του λογισμικού το επιτρέπει: Ο χρήστης ενδιαφέρεται για τη λειτουργία και μόνο του λογισμικού στο πλαίσιο της εργασίας που κάνει, ενώ την ανάπτυξη και συντήρηση αναλαμβάνουν εξειδικευμένες εταιρείες λογισμικού.

Δεύτερον, απαγορεύεται η διάδοση και αναπαραγωγή του λογισμικού αλλά και η προσπάθεια να υπάρξει πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα, παρά μόνο για λόγους διασφάλισης διαλειτουργικότητας, δηλαδή μόνο για λόγους που σχετίζονται με τη λειτουργία του λογισμικού σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον. Η απαγόρευση αυτή επιβάλλεται, πλέον, όχι μόνο μέσα από συμβατικούς περιορισμούς, δηλαδή περιορισμούς που είναι το αποτέλεσμα της συμφωνίας μεταξύ των μερών, αλλά και μέσα από την καθιέρωση της πνευματικής ιδιοκτησίας ως του νομικού συστήματος που μπορεί να προστατεύει τους κατασκευαστές λογισμικού, δηλαδή μέσα από ένα νομικό σύστημα που ισχύει έναντι όλων. Να σημειωθεί ότι η ενσωμάτωση των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών στο σύστημα προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας δεν υπήρξε ούτε άμεση, ούτε χωρίς προβληματισμό. Όταν, ωστόσο, ολοκληρώθηκε, δημιούργησε ένα ιδιαίτερο καθεστώς για την προστασία των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών σε σχέση με τα άλλα έργα που προστατεύονταν από την πνευματική ιδιοκτησία. Οι αλλαγές αυτές είναι ενδεικτικές των επιχειρηματικών μοντέλων που ήταν τα κυρίαρχα κατά το χρόνο εισαγωγής των αλλαγών αυτών στο νομικό σύστημα. Αξίζει να αναφερθούν δύο σημεία μόνο: Το πρώτο ήταν ότι για την προστασία του λογισμικού με το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας, το μόνο που χρειαζόταν ήταν τα προγράμματα να αποτελούν πνευματική δημιουργία του προγραμματιστή που τα έφτιαχνε, κάτι που σήμαινε ότι ήταν πιο εύκολο να προστατευτούν σε σύγκριση με άλλα πνευματικά δημιουργήματα (όπως π.χ. έργα λόγου ή έργα των εικαστικών τεχνών). Το δεύτερο ήταν ότι η πνευματική ιδιοκτησία επί του λογισμικού αυτοδικαίως μεταφερόταν στον εργοδότη ή - σε ορισμένα νομικά συστήματα - γεννιόταν απευθείας στον εργοδότη, σε αντίθεση με τα κλασσικά έργα λόγου, όπου δεν υπήρχε αντίστοιχο τεκμήριο μεταφοράς της πνευματικής ιδιοκτησίας. Οι αλλαγές που έγιναν στο σύστημα πνευματικής ιδιοκτησίας που υπήρχε τότε, ήρθαν, με άλλα λόγια, να υποστηρίξουν σε νομοθετικό επίπεδο το κυρίαρχο επιχειρηματικό μοντέλο παραγωγής και διάθεσης λογισμικού (Littman, 1997; Merges, 2004).

Παρά την αναμφίβολα θετική συνεισφορά που είχαν οι συγκεκριμένες διατάξεις στην ανάπτυξη της επιχειρηματικής δραστηριότητας συγκεκριμένων επιχειρήσεων, είναι αμφίβολο το πόσο συμβατές ήταν με τον τρόπο με τον οποίο οι προγραμματιστές δημιουργούσαν κώδικα. Ως εκ τούτου, δημιουργήθηκε η ανάγκη για τη δημιουργία ενός θεσμικού και νομικού πλαισίου που να ανταποκρίνεται στις πρακτικές ανάπτυξης κώδικα από τους ίδιους τους προγραμματιστές, και όχι από τις επιχειρήσεις για τις οποίες αυτοί δούλευαν.

Στο σημείο αυτό είναι που εμφανίζονται οι Richard Stallman και Linus Tovalds (Stallman, 2002), οι οποίοι σε διαφορετικό τόπο και χρόνο συνεισφέρουν ουσιαστικά στην ανάπτυξη ενός μοντέλου ρύθμισης της παραγωγής του λογισμικού, που βρισκόταν πολύ πιο κοντά στις πρακτικές ανάπτυξής του και στις τεχνολογίες που τις υποστήριζαν, απ' ότι το κλασσικό μοντέλο της πνευματικής ιδιοκτησίας. Το μοντέλο αυτό εκφράστηκε στο λειτουργικό σύστημα GNU/Linux, το οποίο διατίθετο με μια άδεια πνευματικής ιδιοκτησίας ριζικά διαφορετική από όσες υπήρχαν μέχρι τότε. Η άδεια αυτή, γνωστή και ως Γενική Δημόσια Άδεια (General Public Licence - GPL), αναπτύχθηκε από τον Stallman σε συνεργασία με τον Eben Moglen (Moglen, 2005), και αποτέλεσε το εργαλείο εκείνο με το οποίο εκφράστηκαν σε νομικά αναγνωρίσιμη μορφή οι βασικές αρχές του ανοιχτού λογισμικού ή αυτό που ονομαζόταν γενικά το ήθος του Χάκερ (Hacker Ethos).

Οι αρχές αυτές εκφράζονται σε ένα σύνολο ελευθεριών που θα πρέπει να διατηρεί κάποιος προγραμματιστής, και – κυρίως - να παρέχει ο ίδιος και στους άλλους προγραμματιστές, προκειμένου να μπορούν να αναπτύσσουν λογισμικό με τον πλέον αποτελεσματικό και αποδοτικό τρόπο τόσο για τον μεμονωμένο προγραμματιστή όσο και για την συνολική κοινότητα. Οι αρχές αυτές, σήμερα, έχουν αποκρυσταλλωθεί και εκφράζονται με δύο σύνολα ορισμών που προέρχονται από δύο διαφορετικούς οργανισμούς που υποστηρίζουν το ανοιχτό/ελεύθερο λογισμικό.

Αρχές Ελεύθερου Λογισμικού/ Λογισμικού Ανοικτού Κώδικα (ΕΛ/ ΛΑΚ)

Σύμφωνα με την Πρωτοβουλία Ανοιχτού Κώδικα (Open Source Initiative - OSI), έχουμε Ανοιχτό Λογισμικό όταν ισχύουν οι ακόλουθοι όροι:

  • Καμία αμοιβή δικαιωμάτων εκμετάλλευσης ή άλλων δεν επιβάλλεται στην αναδιανομή του ανοιχτού κώδικα.
  • Διαθεσιμότητα του πηγαίου κώδικα.
  • Δικαίωμα να δημιουργηθούν τροποποιήσεις και παράγωγες εργασίες.
  • Μπορεί να απαιτείται οι τροποποιημένες εκδόσεις να διανέμονται ως η αρχική έκδοση συν οι τροποποιήσεις (διακριτά).
  • Καμία διάκριση ενάντια σε πρόσωπα ή ομάδες.
  • Καμία διάκριση ενάντια στα πεδία της προσπάθειας.
  • Όλα τα δικαιώματα που χορηγούνται πρέπει να διατηρούνται στις αναδιανεμημένες εκδόσεις.
  • Η άδεια εφαρμόζεται στο πρόγραμμα συνολικά, αλλά και σε κάθε ένα από τα συστατικά του.
  • Η άδεια δεν πρέπει να περιορίζει άλλο λογισμικό, επιτρέποντας κατά συνέπεια τη διανομή λογισμικού ανοιχτού κώδικα και κλειστού κώδικα μαζί.

Αντίστοιχα, ο ορισμός του Ελεύθερου Λογισμικού σύμφωνα με το Ίδρυμα Ελεύθερου Λογισμικού (Free Software Foundation – FSF) έχει ως εξής: «Διατηρούμε τον όρο του ελεύθερου λογισμικού για να δείξουμε ξεκάθαρα τι πρέπει να ισχύει για ένα κομμάτι λογισμικού ώστε αυτό να θεωρείται ελεύθερο». Το Ελεύθερο Λογισμικό είναι ζήτημα ελευθερίας, όχι κόστους. Για να κατανοήσει κάποιος τον όρο αυτό, θα πρέπει να σκεφτεί τη λέξη "free" όπως χρησιμοποιείται στη φράση "free speech" («ελεύθερος λόγος»), και όχι στη φράση "free beer"(«δωρεάν μπύρα»).

Το Ελεύθερο Λογισμικό παρέχει στους χρήστες την ελευθερία να εκτελούν, να αντιγράφουν, να διανέμουν, να μελετούν, να τροποποιούν και να βελτιώνουν το λογισμικό. Για την ακρίβεια, αναφέρεται σε τέσσερις βασικές ελευθερίες:

  • Στην ελευθερία κάποιου να εκτελεί το πρόγραμμα για οποιονδήποτε σκοπό (ελευθερία 0).
  • Την ελευθερία κάποιου να μελετά τον τρόπο λειτουργίας του προγράμματος και να το προσαρμόζει στις ανάγκες του (ελευθερία 1). Η πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα είναι προϋπόθεση για να ισχύει κάτι τέτοιο.
  • Την ελευθερία κάποιου να αναδιανέμει αντίγραφα του προγράμματος ώστε να βοηθάει το συνάνθρωπο του (ελευθερία 2).
  • Την ελευθερία κάποιου να βελτιώνει το πρόγραμμα και να δημοσιεύει στο ευρύ κοινό τις βελτιώσεις που έχει κάνει, ώστε να επωφεληθεί ολόκληρη η κοινότητα (ελευθερία 3). Η πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα είναι προϋπόθεση για να ισχύει κάτι τέτοιο.

Ένα πρόγραμμα θεωρείται ελεύθερο λογισμικό όταν οι χρήστες του έχουν όλες τις παραπάνω ελευθερίες. Επομένως, θα πρέπει να είναι ελεύθεροι να αναδιανέμουν αντίγραφα, με ή χωρίς τροποποιήσεις, δωρεάν ή χρεώνοντας για τη διανομή, στον οποιονδήποτε και οπουδήποτε. Το ότι είναι ελεύθεροι να κάνουν όλα τα παραπάνω σημαίνει, μεταξύ άλλων, πως δε χρειάζεται να ζητήσουν εξουσιοδότηση ή να πληρώσουν κάποιον ώστε να λάβουν την ανάλογη άδεια.
Οι ελευθερίες αυτές εκφράζονται, κατ'εξοχήν, με δύο από τις πλέον κλασικές άδειες ανοιχτού/ελεύθερου λογισμικού, την BSD και την GPL (Gomulkiewicz, 1999). Η μεν πρώτη άδεια επιτρέπει την περαιτέρω διάθεση και βελτίωση του λογισμικού με μόνη προϋπόθεση την αναφορά στην πηγή του, ενώ η δεύτερη έχει την επιπλέον προϋπόθεση της διάθεσης των βελτιώσεων με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις όπως η αρχική άδεια.
Η διαφοροποίηση ανάμεσα σε ελεύθερο και ανοιχτό λογισμικό (Raymond, 2001) δεν έχει τόσο να κάνει με τις άδειες με τις οποίες διατίθεται το λογισμικό, όσο τη φιλοσοφία πάνω στην οποία γίνεται η διάθεσή του με τους ίδιους όρους: Το μεν ελεύθερο λογισμικό δίνει έμφαση στην αξία χρήσης και στο κοινωνικό αγαθό που παράγεται μέσα από τη διάθεση του πηγαίου κώδικα του λογισμικού, το δε ανοικτό λογισμικό δίνει έμφαση στην οικονομική αξία του ανοιχτού λογισμικού και τη δυνατότητα που δίνει να παράγεται καλύτερο ποιοτικά λογισμικό, μέσα από την ανεμπόδιστη είσοδο στην αγορά νέων παικτών, γεγονός που ενισχύει τον ανταγωνισμό και παράγει καινοτομία. Επειδή, ολοένα και περισσότερο, η προσέγγιση του λογισμικού, για το οποίο παρέχεται πρόσβαση στον πηγαίο του κώδικα Σύμφωνα με την Πρωτοβουλία Ανοιχτού Κώδικα (Open Source Initiative - OSI), έχουμε Ανοιχτό Λογισμικό όταν ισχύουν οι ακόλουθοι όροι:

  • Καμία αμοιβή δικαιωμάτων εκμετάλλευσης ή άλλων δεν επιβάλλεται στην αναδιανομή του ανοιχτού κώδικα.
  • Διαθεσιμότητα του πηγαίου κώδικα.
  • Δικαίωμα να δημιουργηθούν τροποποιήσεις και παράγωγες εργασίες.
  • Μπορεί να απαιτείται οι τροποποιημένες εκδόσεις να διανέμονται ως η αρχική έκδοση συν οι τροποποιήσεις (διακριτά).
  • Καμία διάκριση ενάντια σε πρόσωπα ή ομάδες.
  • Καμία διάκριση ενάντια στα πεδία της προσπάθειας.
  • Όλα τα δικαιώματα που χορηγούνται πρέπει να διατηρούνται στις αναδιανεμημένες εκδόσεις.
  • Η άδεια εφαρμόζεται στο πρόγραμμα συνολικά, αλλά και σε κάθε ένα από τα συστατικά του.
  • Η άδεια δεν πρέπει να περιορίζει άλλο λογισμικό, επιτρέποντας κατά συνέπεια τη διανομή λογισμικού ανοιχτού κώδικα και κλειστού κώδικα μαζί.

Αντίστοιχα, ο ορισμός του Ελεύθερου Λογισμικού σύμφωνα με το Ίδρυμα Ελεύθερου Λογισμικού (Free Software Foundation – FSF) έχει ως εξής: «Διατηρούμε τον όρο του ελεύθερου λογισμικού για να δείξουμε ξεκάθαρα τι πρέπει να ισχύει για ένα κομμάτι λογισμικού ώστε αυτό να θεωρείται ελεύθερο». Το Ελεύθερο Λογισμικό είναι ζήτημα ελευθερίας, όχι κόστους. Για να κατανοήσει κάποιος τον όρο αυτό, θα πρέπει να σκεφτεί τη λέξη "free" όπως χρησιμοποιείται στη φράση "free speech" («ελεύθερος λόγος»), και όχι στη φράση "free beer"(«δωρεάν μπύρα»).

Το Ελεύθερο Λογισμικό παρέχει στους χρήστες την ελευθερία να εκτελούν, να αντιγράφουν, να διανέμουν, να μελετούν, να τροποποιούν και να βελτιώνουν το λογισμικό. Για την ακρίβεια, αναφέρεται σε τέσσερις βασικές ελευθερίες:

  • Στην ελευθερία κάποιου να εκτελεί το πρόγραμμα για οποιονδήποτε σκοπό (ελευθερία 0).
  • Την ελευθερία κάποιου να μελετά τον τρόπο λειτουργίας του προγράμματος και να το προσαρμόζει στις ανάγκες του (ελευθερία 1). Η πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα είναι προϋπόθεση για να ισχύει κάτι τέτοιο.
  • Την ελευθερία κάποιου να αναδιανέμει αντίγραφα του προγράμματος ώστε να βοηθάει το συνάνθρωπο του (ελευθερία 2).
  • Την ελευθερία κάποιου να βελτιώνει το πρόγραμμα και να δημοσιεύει στο ευρύ κοινό τις βελτιώσεις που έχει κάνει, ώστε να επωφεληθεί ολόκληρη η κοινότητα (ελευθερία 3). Η πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα είναι προϋπόθεση για να ισχύει κάτι τέτοιο.

Ένα πρόγραμμα θεωρείται ελεύθερο λογισμικό όταν οι χρήστες του έχουν όλες τις παραπάνω ελευθερίες. Επομένως, θα πρέπει να είναι ελεύθεροι να αναδιανέμουν αντίγραφα, με ή χωρίς τροποποιήσεις, δωρεάν ή χρεώνοντας για τη διανομή, στον οποιονδήποτε και οπουδήποτε. Το ότι είναι ελεύθεροι να κάνουν όλα τα παραπάνω σημαίνει, μεταξύ άλλων, πως δε χρειάζεται να ζητήσουν εξουσιοδότηση ή να πληρώσουν κάποιον ώστε να λάβουν την ανάλογη άδεια.

Οι ελευθερίες αυτές εκφράζονται, κατ'εξοχήν, με δύο από τις πλέον κλασικές άδειες ανοιχτού/ελεύθερου λογισμικού, την BSD και την GPL (Gomulkiewicz, 1999). Η μεν πρώτη άδεια επιτρέπει την περαιτέρω διάθεση και βελτίωση του λογισμικού με μόνη προϋπόθεση την αναφορά στην πηγή του, ενώ η δεύτερη έχει την επιπλέον προϋπόθεση της διάθεσης των βελτιώσεων με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις όπως η αρχική άδεια.

Η διαφοροποίηση ανάμεσα σε ελεύθερο και ανοιχτό λογισμικό (Raymond, 2001) δεν έχει τόσο να κάνει με τις άδειες με τις οποίες διατίθεται το λογισμικό, όσο τη φιλοσοφία πάνω στην οποία γίνεται η διάθεσή του με τους ίδιους όρους: Το μεν ελεύθερο λογισμικό δίνει έμφαση στην αξία χρήσης και στο κοινωνικό αγαθό που παράγεται μέσα από τη διάθεση του πηγαίου κώδικα του λογισμικού, το δε ανοικτό λογισμικό δίνει έμφαση στην οικονομική αξία του ανοιχτού λογισμικού και τη δυνατότητα που δίνει να παράγεται καλύτερο ποιοτικά λογισμικό, μέσα από την ανεμπόδιστη είσοδο στην αγορά νέων παικτών, γεγονός που ενισχύει τον ανταγωνισμό και παράγει καινοτομία. Επειδή, ολοένα και περισσότερο, η προσέγγιση του λογισμικού, για το οποίο παρέχεται πρόσβαση στον πηγαίο του κώδικα, συμφωνεί τόσο με τις αρχές του ελεύθερου όσο και με τις αρχές του ανοιχτού, το σχετικό λογισμικό είναι γνωστό ως Ελεύθερο Λογισμικό / Λογισμικό Ανοιχτού Κώδικα (ΕΛ/ΛΑΚ).

Η εισαγωγή των αδειών ΕΛ/ΛΑΚ και η σταδιακή υιοθέτησή τους από τους μεγαλύτερους εμπορικούς οργανισμούς είναι το αποτέλεσμα της τεχνολογικής αλλαγής που αρχίζει να δημιουργεί ένα νέο επιχειρηματικό μοντέλο και η οποία απαιτεί μια νέα μορφή ρύθμισης, αντίστοιχα με αυτήν που σημειώθηκε τη δεκαετία του 1980, όταν η πνευματική ιδιοκτησία καθιερώθηκε ως το βασικό νομικό σύστημα για την προστασία του λογισμικού.

Οι βασικές τεχνολογικές αλλαγές που είχαμε έκτοτε είχαν να κάνουν (α) τόσο με την αύξηση του αριθμού και του επιπέδου των προγραμματιστών, όσο και (β) με την εισαγωγή των τεχνολογιών του διαδικτύου, που επέτρεψαν τη συλλογική δημιουργία σε επίπεδα αδιανόητα για οποιαδήποτε άλλη εποχή. Η αύξηση του αριθμού και του επιπέδου των προγραμματιστών οδήγησε στην ανάγκη για μεγαλύτερη πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα του λογισμικού που μας περιβάλλει. Ενώ δε μπορούμε να ισχυριστούμε ότι υπάρχει η ίδια αναλογία προγραμματιστών/χρηστών που υπήρχε στη δεκαετία του ΄50 ή του ΄60, μπορούμε με ασφάλεια να πούμε ότι οι προγραμματιστές ή οι άνθρωποι με προγραμματιστικές δεξιότητες είναι σήμερα πολύ περισσότεροι απ' ό,τι στη δεκαετία του 1980. Αυτό σημαίνει ότι η ανάγκη για πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα είναι πολύ μεγαλύτερη σήμερα, απ' ότι ήταν 30 ή και 10 χρόνια πριν, ενώ η ωριμότητα των προγραμματιστικών εργαλείων είναι πολύ υψηλότερη και η εισαγωγή προγραμμάτων εκπαίδευσης στις νέες τεχνολογίες πολύ πιο εκτεταμένη, με αποτέλεσμα και οι δυνατότητες κάποιου να αρχίσει να προγραμματίζει με κάποιον τρόπο πολύ μεγαλύτερες απ' ό,τι στο πρόσφατο παρελθόν.

Επιπλέον, η συλλογική γνώση που είναι διαθέσιμη στο διαδίκτυο και η δυνατότητα απομακρυσμένης συνεργασίας μεταξύ διαφορετικών ομάδων ανθρώπων είναι τέτοια, που καθιστά τη συλλογική εργασία, ειδικά σε σχέση με την επίλυση τεχνικών θεμάτων, εξαιρετικά πιο εύκολη απ' ό,τι στο παρελθόν.

Κατά συνέπεια, η πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα αποτελεί προαπαιτούμενο αλλά και τελικό αποτέλεσμα μιας πλειάδας, τόσο εκπαιδευτικών όσο και επιχειρηματικών προσπαθειών. Και αυτό, γιατί στο εκπαιδευτικό/ερευνητικό επίπεδο η ανοιχτότητα βοηθά την έρευνα και την εκπαίδευση, αφού οδηγεί στη συλλογική βελτίωση του λογισμικού και στην έρευνα των μηχανισμών λειτουργίας του και των προβλημάτων που αυτό εμφανίζει. Στο επιχειρηματικό επίπεδο, η ανοιχτότητα επιτρέπει τη μόχλευση της προγραμματιστικής προσπάθειας, μειώνει το κόστος ανάπτυξης και οδηγεί σε οικονομίες κλίμακας, γρήγορη καινοτομία και πιο αξιόπιστο λογισμικό.

Ο ρόλος του διαδικτύου υπήρξε καταλυτικός σε αυτό το πλαίσιο για τους λόγους που μόλις προαναφέραμε. Δεν είναι τυχαίο ότι τα ίδια τα πρωτόκολλα του διαδικτύου χτίστηκαν πάνω στις αρχές του ανοιχτού και ελεύθερου λογισμικού Τα χαρακτηριστικά αυτά διαδραμάτισαν κεντρικό ρόλο στην ανάπτυξή του, και, στη συνέχεια, στην ανάπτυξη του συνόλου του περιεχομένου, του λογισμικού και των δεδομένων που χτίστηκαν πάνω σε αυτό (Moglen, 1997).

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι εκτός από το περιεχόμενο των αδειών ΕΛ/ΛΑΚ, και η ίδια η φόρμα τους, δηλαδή η επιλογή αδειών αντί νομοθετικής ρύθμισης, ήταν πιο κοντά στην πρακτική που επιζητούσαν να προστατεύσουν, δηλαδή αυτή της αποκεντρωμένης και συλλογικής ανάπτυξης λογισμικού. Ο λόγος που η άδεια είναι πιο πρόσφορο εργαλείο απ' ότι ο νόμος, είναι ότι η άδεια - και μάλιστα η τυποποιημένη και δημόσια ανοιχτή άδεια - βασίζεται στην εθελοντική επιλογή, έχει μαζική κλίμακα αλλά μίκρο-εφαρμογή, και είναι πολύ πιο ευέλικτη από τις διεθνείς συνθήκες πάνω στις οποίες βασίστηκε η τροποποίηση της πνευματικής ιδιοκτησίας στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Με δεδομένο, μάλιστα, ότι οι υποστηρικτές του ανοιχτού λογισμικού δεν είχαν τη θεσμική υποστήριξη που είχαν οι υποστηρικτές του κλειστού λογισμικού, ήταν απαραίτητο να κινηθούν στο επίπεδο της ιδιωτικής ρύθμισης (μέσα από συμβάσεις) αντί της δημόσιας ρύθμισης (ρύθμιση μέσα από νομοθετικά κείμενα). Σε μεταγενέστερα στάδια της ανάπτυξης του ανοιχτού, ιδίως σε σχέση με τα δεδομένα και το περιεχόμενο, πραγματοποιήθηκαν και νομοθετικές παρεμβάσεις (Tsiavos, 2007)., συμφωνεί τόσο με τις αρχές του ελεύθερου όσο και με τις αρχές του ανοιχτού, το σχετικό λογισμικό είναι γνωστό ως Ελεύθερο Λογισμικό / Λογισμικό Ανοιχτού Κώδικα (ΕΛ/ΛΑΚ).

Η εισαγωγή των αδειών ΕΛ/ΛΑΚ και η σταδιακή υιοθέτησή τους από τους μεγαλύτερους εμπορικούς οργανισμούς είναι το αποτέλεσμα της τεχνολογικής αλλαγής που αρχίζει να δημιουργεί ένα νέο επιχειρηματικό μοντέλο και η οποία απαιτεί μια νέα μορφή ρύθμισης, αντίστοιχα με αυτήν που σημειώθηκε τη δεκαετία του 1980, όταν η πνευματική ιδιοκτησία καθιερώθηκε ως το βασικό νομικό σύστημα για την προστασία του λογισμικού.

Οι βασικές τεχνολογικές αλλαγές που είχαμε έκτοτε είχαν να κάνουν (α) τόσο με την αύξηση του αριθμού και του επιπέδου των προγραμματιστών, όσο και (β) με την εισαγωγή των τεχνολογιών του διαδικτύου, που επέτρεψαν τη συλλογική δημιουργία σε επίπεδα αδιανόητα για οποιαδήποτε άλλη εποχή. Η αύξηση του αριθμού και του επιπέδου των προγραμματιστών οδήγησε στην ανάγκη για μεγαλύτερη πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα του λογισμικού που μας περιβάλλει. Ενώ δε μπορούμε να ισχυριστούμε ότι υπάρχει η ίδια αναλογία προγραμματιστών/χρηστών που υπήρχε στη δεκαετία του ΄50 ή του ΄60, μπορούμε με ασφάλεια να πούμε ότι οι προγραμματιστές ή οι άνθρωποι με προγραμματιστικές δεξιότητες είναι σήμερα πολύ περισσότεροι απ' ό,τι στη δεκαετία του 1980. Αυτό σημαίνει ότι η ανάγκη για πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα είναι πολύ μεγαλύτερη σήμερα, απ' ότι ήταν 30 ή και 10 χρόνια πριν, ενώ η ωριμότητα των προγραμματιστικών εργαλείων είναι πολύ υψηλότερη και η εισαγωγή προγραμμάτων εκπαίδευσης στις νέες τεχνολογίες πολύ πιο εκτεταμένη, με αποτέλεσμα και οι δυνατότητες κάποιου να αρχίσει να προγραμματίζει με κάποιον τρόπο πολύ μεγαλύτερες απ' ό,τι στο πρόσφατο παρελθόν.

Επιπλέον, η συλλογική γνώση που είναι διαθέσιμη στο διαδίκτυο και η δυνατότητα απομακρυσμένης συνεργασίας μεταξύ διαφορετικών ομάδων ανθρώπων είναι τέτοια, που καθιστά τη συλλογική εργασία, ειδικά σε σχέση με την επίλυση τεχνικών θεμάτων, εξαιρετικά πιο εύκολη απ' ό,τι στο παρελθόν.

Κατά συνέπεια, η πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα αποτελεί προαπαιτούμενο αλλά και τελικό αποτέλεσμα μιας πλειάδας, τόσο εκπαιδευτικών όσο και επιχειρηματικών προσπαθειών. Και αυτό, γιατί στο εκπαιδευτικό/ερευνητικό επίπεδο η ανοιχτότητα βοηθά την έρευνα και την εκπαίδευση, αφού οδηγεί στη συλλογική βελτίωση του λογισμικού και στην έρευνα των μηχανισμών λειτουργίας του και των προβλημάτων που αυτό εμφανίζει. Στο επιχειρηματικό επίπεδο, η ανοιχτότητα επιτρέπει τη μόχλευση της προγραμματιστικής προσπάθειας, μειώνει το κόστος ανάπτυξης και οδηγεί σε οικονομίες κλίμακας, γρήγορη καινοτομία και πιο αξιόπιστο λογισμικό.

Ο ρόλος του διαδικτύου υπήρξε καταλυτικός σε αυτό το πλαίσιο για τους λόγους που μόλις προαναφέραμε. Δεν είναι τυχαίο ότι τα ίδια τα πρωτόκολλα του διαδικτύου χτίστηκαν πάνω στις αρχές του ανοιχτού και ελεύθερου λογισμικού Τα χαρακτηριστικά αυτά διαδραμάτισαν κεντρικό ρόλο στην ανάπτυξή του, και, στη συνέχεια, στην ανάπτυξη του συνόλου του περιεχομένου, του λογισμικού και των δεδομένων που χτίστηκαν πάνω σε αυτό (Moglen, 1997).

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι εκτός από το περιεχόμενο των αδειών ΕΛ/ΛΑΚ, και η ίδια η φόρμα τους, δηλαδή η επιλογή αδειών αντί νομοθετικής ρύθμισης, ήταν πιο κοντά στην πρακτική που επιζητούσαν να προστατεύσουν, δηλαδή αυτή της αποκεντρωμένης και συλλογικής ανάπτυξης λογισμικού. Ο λόγος που η άδεια είναι πιο πρόσφορο εργαλείο απ' ότι ο νόμος, είναι ότι η άδεια - και μάλιστα η τυποποιημένη και δημόσια ανοιχτή άδεια - βασίζεται στην εθελοντική επιλογή, έχει μαζική κλίμακα αλλά μίκρο-εφαρμογή, και είναι πολύ πιο ευέλικτη από τις διεθνείς συνθήκες πάνω στις οποίες βασίστηκε η τροποποίηση της πνευματικής ιδιοκτησίας στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Με δεδομένο, μάλιστα, ότι οι υποστηρικτές του ανοιχτού λογισμικού δεν είχαν τη θεσμική υποστήριξη που είχαν οι υποστηρικτές του κλειστού λογισμικού, ήταν απαραίτητο να κινηθούν στο επίπεδο της ιδιωτικής ρύθμισης (μέσα από συμβάσεις) αντί της δημόσιας ρύθμισης (ρύθμιση μέσα από νομοθετικά κείμενα). Σε μεταγενέστερα στάδια της ανάπτυξης του ανοιχτού, ιδίως σε σχέση με τα δεδομένα και το περιεχόμενο, πραγματοποιήθηκαν και νομοθετικές παρεμβάσεις (Tsiavos, 2007).

Οι άδειες BSD και GPL
Οι σημαντικότερες άδειες ΕΛ/ΛΑΚ είναι οι άδειες BSD και GPL (Γενική Δημόσια Άδεια). Μολονότι και οι δύο άδειες αποτελούν άδειες ΕΛ/ΛΑΚ και υπακούουν στις αρχές που έχουμε παρουσιάσει ανωτέρω, εμφανίζουν σημαντικές διαφορές μεταξύ τους και έχει στο σημείο αυτό σημασία να τις διαφοροποιήσουμε μεταξύ τους:

ΆΔΕΙΑ BSD
Πρόκειται για την άδεια Berkley Software Distribution. Πρόκειται για την πλέον απλή και με το ελάχιστο διαχειριστικό κόστος άδεια καθώς επιβάλλει ελάχιστες υποχρεώσεις στον χρήστη του λογισμικού που την αποδέχεται και κυρίως έχουν να κάνουν με την αναφορά στους δημιουργούς του λογισμικού καθώς και στην περίληψη κάποιων βασικών όρων αποποίησης ευθύνης.

Ειδικότερα, η BSD επιτρέπει την χρήση του λογισμικού και του πηγαίου του κώδικα με οποιονδήποτε τρόπο αρκεί να ακολουθούνται οι περιορισμοί που προβλέπονται σε καθεμία από τις κατηγορίες της BSD οι οποίες είναι οι ακόλουθες
(α) Η BSD των τεσσάρων διατάξεων (4-clauses): πρόκειται για την άδεια με BSD με τους περισσότερους περιορισμούς. Αυτοί είναι:

      • Αναφορά στους αρχικούς δημιουργούς του λογισμικού («Ιδιοκτήτης» : Έφοροι του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια, «Οργανισμός / Φορέας» : Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, Berkeley, «Έτος» : 1998)
      • Θα πρέπει να αναφέρεται ο ιδιοκτήτης του αρχικού λογισμικού, ο φορέας/ οργανισμός και η χρονολογία τροποποίησης
      • Θα πρέπει να υπάρχει η δήλωση αποποίησης ευθύνης/ εγγυήσεις
      • Θα πρέπει να διατηρούνται όλα τα σημειώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και το κείμενο της άδειας
      • Θα πρέπει η αναφορά της αρχικής πηγής να γίνεται σε κάθε διαφημιστικό υλικό (διαφημιστική διάταξη (advertising clause)

(β) η BSD των τριών διατάξεων (3-clauses). Πρόκειται για την άδεια με BSD χωρίς τη διαφημιστική διάταξη, δηλαδή περιλαμβάνει τους ακόλουθους περιορισμούς:

      • Αναφορά στους αρχικούς δημιουργούς του λογισμικού («Ιδιοκτήτης» : Έφοροι του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια, «Οργανισμός / Φορέας» : Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, Berkeley, «Έτος» : 1998)
      • Θα πρέπει να αναφέρεται ο ιδιοκτήτης του αρχικού λογισμικού, ο φορέας/ οργανισμός και η χρονολογία τροποποίησης
      • Θα πρέπει να υπάρχει η δήλωση αποποίησης ευθύνης/ εγγυήσεις
      • Θα πρέπει να διατηρούνται όλα τα σημειώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και το κείμενο της άδειας
      • εφόσον κάποιος δημιουργός/ συνεισφέρων θέλει να αναφέρεται θα πρέπει να εγκρίνει την αναφορά του στο παράγωγο έργο (εγκριτική διάταξη)

(γ) η BSD των δύο διατάξεων (2-clauses). Πρόκειται για την άδεια με BSD χωρίς τη διαφημιστική διάταξη και την εγκριτική διάταξη, δηλαδή περιλαμβάνει τους ακόλουθους περιορισμούς:

      • Αναφορά στους αρχικούς δημιουργούς του λογισμικού («Ιδιοκτήτης» : Έφοροι του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια, «Οργανισμός / Φορέας» : Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, Berkeley, «Έτος» : 1998)
      • Θα πρέπει να αναφέρεται ο ιδιοκτήτης του αρχικού λογισμικού, ο φορέας/ οργανισμός και η χρονολογία τροποποίησης
      • Θα πρέπει να υπάρχει η δήλωση αποποίησης ευθύνης/ εγγυήσεις
      • Θα πρέπει να διατηρούνται όλα τα σημειώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και το κείμενο της άδειας

 

 ΆΔΕΙΑ GPL
Η Γενική Άδεια Χρήσης (ή General Public Licence (GPL)) αποτελεί την αρχετυπική άδεια ΕΛ/ΛΑΚ και πρόκειται για μια άδεια Copyleft ή άδεια Παρόμοιας Διανομής, δηλαδή μια άδεια που επιτρέπει τις τροποποιήσεις του αρχικού έργου εφόσον όμως και οι τροποποιήσεις/ βελτιώσεις αυτές δοθούν περαιτέρω υπό τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις.
Η GPL ενσωματώνει τις βασικές αρχές του ΕΛ/ΛΑΚ, δηλαδή:

  1. να μπορούν να εκτελούν ένα πρόγραμμα για οποιοδήποτε λόγο.
  2. να μπορούν να μελετούν τη λειτουργία ενός προγράμματος και να το τροποποιήσουν κατά την κρίση τους.
  3. να μπορούν να διανείμουν αντίγραφα του προγράμματος.
  4. να μπορούν βελτιώσουν το πρόγραμμα και να προσφέρουν τις προσθήκες τους στην κοινότητα, έτσι ώστε να ωφεληθεί ολόκληρη η κοινότητα.

Στην έκδοση 2, η GPL περιλαμβάνει τον όρο "Liberty or Death", που προβλέπει ότι εάν έχουν επιβληθεί σε κάποιον περιορισμοί οι οποίοι τον αποτρέπουν από την διανομή ενός λογισμικού, το οποίο είναι κατοχυρωμένο με άδεια GPL, με τρόπο τέτοιο ο οποίος σέβεται την ελευθερία κάποιου άλλου χρήστη, τότε αυτός δεν μπορεί να το διανέμει καθόλου.
Παράλληλα σχεδιάστηκε μία νέα άδεια-παράγωγος της GPL v2, η Library GNU General Public License - "LGPL v2", η οποία βρήκε εφαρμογή σε ένα μέρος των βιβλιοθηκών του GNU και κατ' επέκταση σε οποιαδήποτε βιβλιοθήκη επιθυμεί ο συγγραφέας της. Θεωρήθηκε στρατηγικής σημασίας η χρησιμοποίηση μιας λιγότερο περιοριστικής άδειας για την βιβλιοθήκη της C και για τις βιβλιοθήκες λογισμικών τα οποία παρεμφερείς λειτουργίες με αυτές κλειστού ιδιόκτητου λογισμικού. Η αρίθμηση της νέας άδειας ξεκινάει από την έκδοση v2, για αποτυπώσει την αλληλένδετη σχέση της με την δεύτερη έκδοση της GPL και να τονίσει την συμπληρωματικότητα τους. To 1999 η Library General Public License - LGPL μετονομάστηκε σε Lesser General Public License - LGPL και μεταπήδησε στην έκδοση "LGPL v2.1".
Στην έκδοση 3, η GPL περιέχει μια σειρά από αλλαγές που αφορούν κυρίως τις ευρεσιτεχνίες λογισμικού, την συμβατότητα αδειών ανοιχτού λογισμικού, τον ορισμό του «πηγαίου κώδικα» και τους περιορισμούς στο υλικού για την παραμετροποίηση λογισμικού - το λεγόμενο "tivoization". Οι υπόλοιπες αλλαγές αφορούν την διεθνοποίηση, τον χειρισμό των παραβιάσεων των αδειών και το πως μπορούν να χορηγηθούν πρόσθετα δικαιώματα από τον κάτοχο των πνευματικών δικαιωμάτων. Άλλες αξιοσημείωτες αλλαγές, έχουν πραγματοποιηθεί με γνώμονα την δυνατότητα των συγγραφέων να προσθέτουν συγκεκριμένους όρους ή προϋποθέσεις στις συνεισφορές τους. Μία από αυτές τις νέες προαιρετικές απαιτήσεις, η οποία ορισμένες φορές αναφέρεται ως ο όρος Affero, έχει ως στόχο την εκπλήρωση ενός αιτήματος που αφορά το λογισμικό ως υπηρεσία. Με την προσθήκη αυτού του όρου προκύπτει ένας νέος τύπος άδειας, η άδεια Affero General Public License - "AGPL v3".

Οι άδειες Ανοικτού Περιεχομένου και Δεδομένων

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ
Το θέμα του ανοιχτού περιεχομένου έχει δύο διαστάσεις που ενώ έχουν διαφορετική ιστορική αφετηρία, κατά την εξέλιξη του φαινομένου του ανοιχτού περιεχομένου έρχονται να συναντηθούν.

Η πρώτη διάσταση είναι η κυρίως ακαδημαϊκή και σχετίζεται με την ανοιχτή πρόσβαση στην επιστημονική γνώση. Η διάσταση αυτή έχει τις ρίζες της ήδη στους πρωτοπόρους της ανοιχτής πρόσβασης Leó Szilárd (Bess, 1993) και Brower Murphy, ενώ σε επίπεδο κοινωνικοπολιτικού αλλά και καλλιτεχνικού κινήματος, η ανοιχτή πρόσβαση (καθώς και η αμφισβήτηση της πνευματικής ιδιοκτησίας στα έργα λόγου) εμφανίζεται με τα κινήματα των Λεξιστών (ή Γραμματιστών) και των Καταστασιακών (MacKenzie Wark, 2014).

Η τάση αυτή εμφανίζεται με πολύ μεγαλύτερη ένταση, τόσο κοινωνικά όσο και θεσμικά, στα μέσα της δεκαετίας του 1990 από την National Academies Press (NAP) των ΗΠΑ, που εκδίδει από το 1994 τα βιβλία της με όρους που επιτρέπουν την ανοιχτή πρόσβαση σε αυτά. Μεγάλος σταθμός για την ανοιχτή πρόσβαση υπήρξαν οι ΒΒΒ declarations, δηλαδή οι διακηρύξεις της Βουδαπέστης (Budapest Open Access Initiative, 2002), της Βηθεσδά (Suber, 2006) και του Βερολίνου (Gruss, 2006), οι οποίες έθεσαν τις βάσεις και τις αρχές της ανοιχτής πρόσβασης. Η ανοιχτή πρόσβαση περιλαμβάνει τόσο τη δωρεάν όσο και την ελεύθερη πρόσβαση στην επιστημονική γνώση, η οποία δίνεται μέσα από τη χρήση ανοιχτών αδειών για το περιεχόμενο, κυρίως – πλέον - αδειών Creative Commons (Lessig, 2007). Μετά τις διακηρύξεις BBB, υπήρξαν σωρεία από άλλες διακηρύξεις, πολιτικές και προγράμματα σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο, που είχαν ως στόχο την επέκταση της ανοιχτής πρόσβασης τόσο σε επιστημονικά άρθρα, όσο και σε δεδομένα, περιεχόμενο και ερευνητικά αποτελέσματα. Η ανοιχτή πρόσβαση αποτελεί πλέον επίσημη πολιτική στις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες, και βασική προϋπόθεση για τη χρηματοδότηση των περισσότερων μορφών έρευνας.

Η δεύτερη διάσταση του ανοιχτού περιεχομένου ξεπερνά το ερευνητικό, εκπαιδευτικό και ακαδημαϊκό περιεχόμενο/δεδομένα, και έχει να κάνει με την ανοιχτή πρόσβαση στο γενικότερο ψηφιακό περιεχόμενο και πολιτισμό. Η διάσταση αυτή καλλιεργείται στις αρχές της δεκαετίας του 2000 με την ίδρυση των Creative Commons ως βασικού εργαλείου για την εξισορρόπηση των δικαιωμάτων των τωρινών και μελλοντικών δημιουργών, και ως συμβατικό αντίβαρο στη διαρκή επέκταση στο χρόνο των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και το διαρκή περιορισμό των εξαιρέσεων και περιορισμών του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας (Lessig, 2005).

Με τον όρο "Creative Commons" εννοούμε τόσο τον μη κερδοσκοπικό οργανισμό που έχει ως στόχο την επέκταση της πρόσβασης στο ανοιχτό περιεχόμενο/δεδομένα και στον ψηφιακό πολιτισμό εν γένει, όσο και το σύνολο των αδειών και εργαλείων που έχει κατά καιρούς εκδώσει για να επιτύχει το σκοπό αυτό (Tsiavos, 2007). Το πλέον διαδεδομένο εργαλείο για την προώθηση του ανοιχτού περιεχομένου είναι οι έξι άδειες Creative Commons, οι οποίες προκύπτουν από το συνδυασμό τεσσάρων αδειοδοτικών στοιχείων, δηλαδή βασικών όρων που περιγράφουν τους τρόπους με τους οποίους μπορεί κάποιος να χρησιμοποιήσει ένα έργο που διατίθεται με αυτές τις άδειες. Τα στοιχεία αυτά έχουν ως εξής:

  • Αναφορά: Mε τον όρο αυτό που είναι υποχρεωτικός για όλες τις άδειες Creative Commons, επιβάλλεται να γίνεται αναφορά στην πηγή του έργου, είτε πρόκειται για το δημιουργό, είτε και για το διαθέτη-παραγωγό του.
  • Εμπορική Χρήση: Mε τον όρο αυτό ο αδειoδότης, δηλαδή το πρόσωπο το οποίο παρέχει το περιεχόμενο, καλείται να απαντήσει εάν θέλει να διατίθεται το έργο του για εμπορική χρήση ή όχι.
  • Παράγωγα έργα: Mε τον όρο αυτό ο αδειοδότης καλείται να απαντήσει εάν επιθυμεί να γίνονται αλλαγές στο έργο του, και στη συνέχεια αυτές να διατίθενται περαιτέρω.
  • Παρόμοια Διανομή: Mε τον όρο αυτό ο αδειοδότης που έχει επιτρέψει τη δημιουργία παραγώγων έργων, καλείται να απαντήσει στο ερώτημα του εάν θέλει τα παράγωγα αυτά έργα να διατίθενται περαιτέρω με τους ίδιους ακριβώς όρους και προϋποθέσεις όπως το αρχικό έργο ή όχι.

Οι έξι (6) άδειες Creative Commons (CC) αποτελούν επίσημες και αναγνωρισμένες άδειες χρήσης, τις οποίες μπορεί να χρησιμοποιήσει η/ο δημιουργός προκειμένου να δηλώνει τους επιτρεπτούς τρόπους χρήσης του έργου του από άλλους.

ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΕΠΙΛΟΓΗΣ ΑΔΕΙΑΣ CC
Ακολουθούν τα κριτήρια που ο δημιουργός χρησιμοποιεί για να επιλέξει τους τρόπους χρήσης του έργου του. Θεωρείται ως δεδομένο ότι:
Η/Ο δημιουργός επιθυμεί να επιτρέψει τη χρήση του υλικού του,
Ο αποδέκτης της άδειας να κάνει πάντα αναφορά στον δημιουργό (κριτήριο αναφοράς).

Κριτήρια:

  • Η/Ο δημιουργός επιτρέπει ή δεν επιτρέπει να βασιστεί κάποιος στο έργο του προκειμένου να το εξελίξει πραγματοποιώντας αλλαγές, δημιουργώντας ένα νέο παράγωγο έργο (κριτήριο δημιουργίας παραγώγων).
  • Εφόσον η/ο δημιουργός επιτρέπει παράγωγα έργα, καθορίζει ότι κάθε παράγωγο έργο είτε θα διανέμεται με παρόμοιους όρους με αυτούς του αρχικού έργου (π.χ. του υλικού του) (κριτήριο παρόμοιας διανομής), είτε ότι αυτό του είναι αδιάφορο.

Η/Ο δημιουργός επιτρέπει ή δεν επιτρέπει την εμπορική χρήση του έργου του από τρίτους (κριτήριο εμπορικής χρήσης).

ΟΙ 6 ΑΔΕΙΕΣ CC
Οι 6 άδειες Creative Commons περιγράφονται συνοπτικά παρακάτω :

BYΑναφορά δημιουργού (Attribution): O αποδέκτης της άδειας μπορεί να χρησιμοποιήσει το έργο όπως θέλει, αρκεί να διατηρήσει τις διατυπώσεις που προβλέπονται στην άδεια σχετικά με την αναφορά στον αρχικό δημιουργό.

BYSAAναφορά δημιουργού + Παρόμοια διανομή (Attribution + Share-Alike): Επιπλέον της αναφοράς, ο αποδέκτης της άδειας μπορεί να χρησιμοποιήσει το έργο όπως θέλει, αρκεί να αδειοδοτήσει οποιοδήποτε παράγωγο έργο με την ίδια άδεια. Επιτρέπεται η εμπορική χρήση και η παραγωγή νέου έργου βασισμένου σε αυτό.

BYNDΑναφορά δημιουργού + Όχι παράγωγα έργα (Attribution + No-Derivatives): Επιπλέον της αναφοράς, ο αποδέκτης της άδειας μπορεί να χρησιμοποιήσει το έργο όπως θέλει, αρκεί να μη δημιουργήσει παράγωγα έργα. Επιτρέπεται η εμπορική χρήση. Αφού δεν επιτρέπεται νέο παράγωγο έργο, δεν έχει νόημα ο καθορισμός του τρόπου διανομής του.

BYNCΑναφορά δημιουργού + Μη εμπορική χρήση (Attribution + Non-Commercial): Επιπλέον της αναφοράς, ο αποδέκτης της άδειας μπορεί να χρησιμοποιήσει το έργο όπως θέλει, αρκεί να μην υπάρχει σκοπός εμπορικής χρήσης. Επιτρέπεται παράγωγο έργο και είναι αδιάφορος ο τρόπος διανομής του.

BYNCSAΑναφορά δημιουργού + Μη εμπορική χρήση + Παρόμοια Διανομή (Attribution + Non-Commercial + Share-Alike): Επιπλέον της αναφοράς και της μη εμπορικής χρήσης, ο αποδέκτης της άδειας μπορεί να χρησιμοποιήσει το έργο όπως θέλει αρκεί να αδειοδοτήσει οποιοδήποτε παράγωγο έργο με την ίδια άδεια.

BYNCNDΑναφορά δημιουργού + Μη εμπορική χρήση + Όχι παράγωγα έργα (Attribution + Non-Commercial + No-Derivatives): Επιπλέον της αναφοράς και της μη εμπορικής χρήσης, ο αποδέκτης της άδειας μπορεί να χρησιμοποιήσει το έργο όπως θέλει αρκεί να μη δημιουργήσει παράγωγα έργα.

Συνολικά, οι δύο διαστάσεις του ανοιχτού περιεχομένου (ανοιχτή πρόσβαση και ανοιχτές άδειες), ενώ έχουν διαφορετική εξέλιξη έρχονται να συναντηθούν με τη χρησιμοποίηση των αδειών Creative Commons από τις διάφορες πρωτοβουλίες ανοιχτής πρόσβασης, καθώς και με την αναγνώριση από τα Creative Commons του κεντρικού ρόλου που διαδραματίζει η ανοιχτή πρόσβαση στην προώθηση των στόχων και των εργαλείων που αυτά προωθούν.

Διαβάστηκε 1468 φορές
Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Αδειοδότηση Συμπεράσματα »